ἀποβιβρώσκω
ἀποβιβρώσκω, eat off
ἀποβιβρώσκω,
- eat off, in aor. Pass. χεῖρας ἀποβρωθέντα AP 7.294 (Tull. Laur.).
1 devorar en v. pas. c. ac. de rel.
χεῖρας ἀποβρωθέντα
2 lacerar, desollar
(δεσμόν) ἀποβιβρώσχοντα τὼ χεῖρε
ἀπο·βιβρώσκω (part. ao. pass. ἀποβρωθείς) ronger, dévorer, Anth. 7, 294.
ἀποβιβρώσκω, (βιβρώσκω), abessen, verzehren, Anth.