ἀποκάθαρμα
ἀποκάθαρμα, that which is cleared off, excretion
ἀποκᾰθᾰρ-μα, ατος, τό,
- that which is cleared off, excretion, ἀ. ἡ χολή Arist. PA 677a29, cf. HA 546b24; by-product, dross, 624a15; dregs, τῶν ὄντων Jul. Or. 5.170d; offscourings, slops, St.Byz. s.v. Ἀζανία (pl.).
residuo, desecho
ἀποκάθαρμά ἐστιν ἡ χολή
τοῦτο δὲ συμβαίνει ὥσπερ ἀποκάθαρμα (sc. μελίκηρα)
ὥσπερ ἀποκάθαρμα αὐταῖς τοῦ κηροῦ (sc. μίτυς)
ἀ. τῶν ὄντων
ἐμβαλεῖν τὰ ἀποκαθάρματα
tirar la basuraτὰ ἀποκαθάρματα ἤτοι ἀποκοσκινήματα
τὸ ἀποκάθαρμα τοῦ σώματος
de la menstruación
ἀποκάθαρμα, ατος (τὸ) [κᾰ] matière sécrétée, Arstt. P.A. 4, 2, 10.
Étym. ἀποκαθαίρω.
ἀποκάθαρμα, τό, das beim Reinigen Weggeworfene, Unrat, Arist. H.A. 5.15 ; ein verworfener Mensch, Abschaum, Sp. Auch was zum Reinigungsopfer gebraucht wird.