ἀποινόδικος
ἀποινόδικος, exacting penalty
ἀποινό-δῐκος, ον,
- exacting penalty, atoning, δίκαι E. HF 888.
que exige rescate
δίκαι
ἀποινό·δικος, ος, ον [ᾰῐ] qui venge justement, Eur. H.f. 888.
Étym. ἄποινα, δίκη.
ἀποινόδικος, (δίκη), Rache verhängend, δίκαι Eur. Herc.Fur. 889, Pflugk will ἀπόδικος lesen.
ἀποινόδικος
- exacting penalty, Eur.