ἀποκαθαρτέον
ἀποκαθαρτέον, one must purify
ἀποκᾰθᾰρ-τέον,
- one must purify, Aristid. Or. 46(3).3.
hay que purificar
τὸν Ἀθάμαντα ... καὶ τὴν μανίαν τὴν ἐκείνου
ἀποκαθαρτέον [κᾰ] vb. d’ἀποκαθαίρω, Arstd. t. 1, 25.