ἀποκαθιστάνω
ἀποκαθιστάνω, = sq., SIG 2588.56 (ii B.C.), Plb. 3.98.9, D.S. 18.57: —also ἀποκαθ-ιστάω, v.l. in Arist. Metaph. 1074a3.
restituir, restablecer
εἰς τὰς πόλεις τοὺς παῖδας
αὐτῷ τοὺς βασιλεῖς τήν τε σατραπείαν
ὅσα δ' ἂν κατὰ πόλεμον ἀποσκευάζωνται ... [ἵν]α ἀποκαθιστάνωσιν εἰς τὴν ἰδίαν
τὴν βασιλείαν τῷ Ισραηλ
ἀπο·καθιστάνω, c. les suiv. Pol. 3, 98, 9 ; NT. Ap. 1, 6.
ἀποκαθιστάνω, = ἀποκαθίστημι, Pol. 3.98.