ἀποκαλυπτικός Save DGE Bailly 2024 Pape ἀποκαλυπτικός -όν revelador, iluminador λόγος Clem.Al.Paed.1.1.2, πνεῦμα Gr.Naz.M.36.168A. ἀποκαλυπτικός, ή, όν [κᾰ] qui révèle, qui découvre, gén. Clém. 98. Étym. ἀποκαλύπτω. ἀποκαλυπτικός, aufdeckend, entüllend, Sp.