ἀποκαθιστάω
1 restituir, restablecer c. ac. y dat. o εἰς más ac.
(δελφὶς αὐτόν) πάλιν ἀποκαθίστα εἰς τὴν γῆν
• devolver una ciudad
εἰς τὴν προϋπάρξασαν παρρησίαν
ἰατροῦ ... ἀποκαθιστῶντος τῇ θεραπείᾳ τὸ σῶμα
τοῦ ... τυφλοῦ τὴν γένεσιν ἀποκαθίστα
devolvió al ciego el estado natural (e.d. la vista)
2 acompañar a casa c. ac.
σχολαστικοὶ δύο ... ἀλλήλους ἀποκαθιστῶντες
ἀπο·καθιστάω-ῶ, c. le suiv. Arstt. Metaph. 11, 8, 12 ; Duris (Ath. 606d); DS. 1, 78.