ἀποκάλυμμα
ἀποκάλυμμα, arevelation
ἀπο-κάλυμμα [κᾰ], ατος, τό,
- a revelation, LXX Jd. 5.2.
cosa revelada, revelación
ἀπεκάλυφθη ἀποκάλυμμα ἐν Ἰσραήλ
ἀπο·κάλυμμα, ατος (τὸ) [κᾰ] révélation, Hermas (Clém. 426).
Étym. ἀποκαλύπτω.