ἀποκαθαρτικός
ἀποκαθαρτικός, clearing off, cleansing
ἀποκᾰθᾰρ-τικός, ή, όν,
- clearing off, cleansing, c. gen., Dsc. 3.23; ψυχῶν Iamb. Myst. 2.5.
que limpia, purifica
τῶν ψυχῶν
τῶν ἐνηρεικότων στομάχῳ καὶ κοιλίᾳ χολωδῶν
τὸ δὲ ῥυπτικὸν τῶν πόρων καὶ ἀποκαθαρτικὸν ἁλμυρόν
ἀποκαθαρτικός, ή, όν [κᾰ] propre à nettoyer, à purifier, Diosc. 3, 25.
Étym. ἀποκαθαίρω.
ἀποκαθαρτικός, reinigend, sühnend, Sp.