ἀποκηρυκτέος Save DGE Bailly 2024 ἀποκηρυκτέος -ον que debe ser expulsado τῆς πανηγύρεως Gr.Naz.M.35.541A. ἀποκηρυκτέος, α, ον, qu’il faut déclarer banni, Naz. Or. 4, t. 1, p. 541a. Étym. ἀποκηρύσσω.