ἀποκέντησις
ἀποκέντησις, piercing
ἀποκέντ-ησις, εως, ἡ,
- piercing, LXX Ho. 9.13.
muerte violenta
ἐξαγαγεῖν εἰς ἀποκέντησιν τὰ τέκνα αὐτοῦ
ἀποκέντησις, εως (ἡ) action de transpercer, Spt. Hos. 9, 15.
ἀποκέντησις, ἡ, das Durchstechen, LXX.