ἀποκένωσις
ἀποκένωσις, evacuation
ἀποκένωσις, εως, ἡ,
- evacuation, αἵματος Orib. 7.20.11, cf. Sor. 1.36, Gal. 1.392.
medic. eliminación
αἵματος
ἀποκένωσις, εως (ἡ) action d’épuiser, Gal. 2, 225, 226 ; A. Tr. 214.
Étym. ἀποκενόω.
ἀποκένωσις, ἡ, die Ausleerung, Sp.