ἀποκεκληρωμένως
adv. sobre el part. perf. de οὐ γὰρ ἀ. τοὺς ἰδιώτας ἐκάλει καὶ τοὺς σοφοὺς ἠφίει
ἀποκεκληρωμένως, adv. par hasard, Chrys. Gen. 2, 15.
Étym. ἀποκληρόω.
ἀποκεκληρωμένως, durch das Los, Chrysost.
adv. sobre el part. perf. de οὐ γὰρ ἀ. τοὺς ἰδιώτας ἐκάλει καὶ τοὺς σοφοὺς ἠφίει