ἀποκενόω
ἀποκενόω, drain, exhaust
ἀποκενόω,
- drain, exhaust, Hp. Nat.Puer. 15; ἀ. τοὺς πόδας (where τοὺς π., more Hebraico, = τὴν γαστέρα) LXX Jd. 3.24; evacuate, τὸ περιττὸν γυμνασίοις Sor. 1.27:—Pass., Arist. Fr. 224.
1 en v. med.-pas. quedar vacío
ἐν τοῖς ἀποκενουμένοις ἀγγείοις
ὥστ' ἢν μὲν ἀποκενῶται τοῦ αἵματος ἡ γυνή
ἡ ὑστέρα ἀποκενοῦται καθαιρουμένη κυήσει
2 en v. act. esquilmar
ἐὰν ἔχῃς, συμβιώσεταί σοι καὶ ἀποκενώσει σε
• evacuar
τοὺς πόδας eufemismo por τὴν γαστέρα
• aligerar, vaciar
• eliminar
γυμνασίοις τὸ περιττόν
ἐμετοῖς ἀποκενῶσαι τὴν νοσοποιὸν ὕλην
ἀπο·κενόω-ῶ, vider tout à fait, épuiser, Hpc. 237, 34.
ἀποκενόω, ausleeren, Sp.