ἀπομειουρισμός Save ἀπομειουρισμός, curtailment LSJ DGE ἀπομειουρ-ισμός, ὁ, curtailment, Dam. Pr. 59 (pl.). ἀπομειουρισμός -οῦ, ὁ terminación en punta Dam.Pr.59.