ἀπομνύω
ἀπομνύω, swear
ἀπ·ομνύω (seul. prés. et impf.) c. le préc. Pd. N. 7, 70.
ἀπομνύω, p. = ἀπόμνυμι.
ἀπομνύω
- 1swear ἀπομνύω μὴ τέρμα προβαὶς ἄκονθʼ ὥτε χαλκοπάρᾳον ὄρσαι θοὰν γλῶσσαν N. 7.70