ἀπομιμέομαι
ἀπομιμέομαι, to express by imitating
- express by imitation, copy or represent faithfully, ἦθος X. Mem. 3.10.3; πρᾶξιν Pl. Lg. 865b; τὴν Κλεοφῶντος πολιτείαν Aeschin. 3.150; τὸ ἵεσθαι διὰ τοῦ ῑ ἀ. endeavour to express motion by the sound of i, Pl. Cra. 427a sq.: pf. in pass. sense, Moschio ap. Ath. 5.207f.
imitar
• cosas y abstr.
ὁ τρόχος ... τοῦ ὅλου ἀπομιμεῖται περιφορήν
τὰς ἐν τοῖς ἐνιαυτοῖς ὥρας
χρώμασιν ... τὰς τῶν ἀνθέων εἰκόνας
τὰς (κινήσεις) μὲν τὸ σεμνὸν καὶ ἀρρενωπὸν νοημάτων ... ἀπομιμουμένας
οἱ ζωγράφοι ... τοὺς ὀφθαλμούς
ἔχον ... πόλον ἐκ τοῦ κατὰ τὴν Ἀχραδίνην ἀπομεμιμημένον ἡλιοτροπίου
• comportamientos
πολεμικὴν πράξιν
ἦθος
πολιτείαν
πομπὴν καὶ χάριν ἔργων
• personas
Πλάτωνος ... τοὺς συνήθεις
• en fil.
τὴν οὐσίαν
τὸ τοῦ παντὸς ἀπομιμούμενον εἶδος
• abs. c. dat.
ἀπομιμοῦμαι ταῖς ζ' φωναῖς
señor, yo te represento por medio de las siete vocales, ven y escúchame
- Mid. to express by imitating or copying, represent faithfully, Xen.