ἀπομισέω
ἀπομῑσέω,
- = μισέω, Eratosth. Cat. 9, Them. Or. 15.189c.
detestar, aborrecer
ἀδικίαν
τὰ ἀνθρώπινα ἀναπτάσθαι εἰς τὸν οὐρανόν
ἀπο·μισέω-ῶ [ῑ] détester, haïr, Thém. 189c.
ἀπομισέω, [ῑ], sehr hassen, Themist. Or. 15.