ἀπομισθόω
ἀπομισθόω, to let out for hire
- let out for hire, γῆν ἐπὶ δέκα ἔτη Th. 3.68; χωρίον τινί Lys. 7.9; ὥσπερ . . ἀπομεμισθωκότες τὰ ὦτα Pl. R. 475d; farm out by contract, IG 1.26a10, al.; ἀναγραφήν Milet. 7.69 (Didyma), etc.: c. inf., ἀ. ποιεῖν τι ὡς ἂν δύνωνται ὀλιγίστου contract for . ., Lex ap. D. 43.58.
arrendar, dar en arriendo o alquiler
γῆν
χωρίον ... Καλλιστράτῳ
τὴν τροφὴν ... τῶν ἱερῶν χηνῶν
τὴν τοῦ σίτου δεκάτην
οὐσία ἀπομεμισθωμένη
• fig.
τὰ ὦτα
τοὺς ὀφθαλμούς
• poner a sueldo
αὑτὸν ἀπεμίσθωσε τοῖς τοὺς λίθους ἐργαζομένοις
• adjudicar c. ac. de pers. y cosa
τὴν δὲ στήλη[ν] καὶ ἀναγραφὴν ἀπομισθῶσαι τοὺς τειχοποιούς
• c. ac. de pers.
τοὺς πωλητάς
• c. inf.
ὁ μὲν δήμαρχος ἀπομισθωσάτω ἀνελεῖν καὶ καταθάψαι
- to let out for hire, Thuc.;—c.inf., ἀπ. ποιεῖν τι to contract for the doing of a thing, Lex ap. Dem.