ἀπομίμημα
ἀπομίμημα, imitation, copy
ἀπομῑμ-ημα, ατος, τό,
- imitation, copy, Hp. Vict. 1.22, BatoSinop. 4, D.S. 16.26.
imitación
τοῦ κατασκευάσματος ἀπομιμήματα
τῆς ... γενομένης ἑορτῆς
ἀπομίμημα, ατος (τὸ) [ῑ] imitation fidèle, copie exacte, Baton (Ath. 639f); DS. 16, 26.
Étym. ἀπομιμέομαι.
ἀπομίμημα, τό, das Nachgeahmte, Abbild, Ath. XIV.640a ; DS. 2.8.