ἀποπαύστωρ
ἀπο-παύστωρ, ορος, ὁ,
- = ἀποπαύων, Orph. H. 39.3.
que hace cesar c. gen.
φόβων
ἀποπαύστωρ, ορος (ὁ) celui qui fait cesser, gén. Orph. H. 39, 3.
Étym. ἀποπαύω.
ἀποπαύστωρ, ορος, ὁ, der aufhören macht, Beseitiger, φόβων Orph. H. 58.3.