ἀποπεμπτέος Save DGE Bailly 2024 ἀποπεμπτέος -α, -ον que debe ser despedido o rechazado τὰ ὄργανα ταῦτα Clem.Al.Paed.2.4.41, c. gen. (λογισμός) ἀ. τῆς διανοίας Gr.Nyss.Hom.in Eccl.7 (p.404). ἀποπεμπτέος, α, ον, qu’il faut renvoyer, Clém. 192. Étym. ἀποπέμπω.