ἀποπληρωματικός
ἀποπληρ-ωματικός, ή, όν,
- = -ωτικός, δύναμις Iamb. Myst. 3.10.
henchidor, fecundante
δύναμις ... ζωογόνος καὶ ἀ.
ἀποπληρωματικός, ή, όν, qui remplit complètement, qui accomplit pleinement, Jambl. Myst. p. 71, 22 (conj. ἀποπληρωτικός).
Étym. *ἀποπλήρωμα, d’ἀποπληρόω.