ἀποπληξία
ἀποπληξία, madness
ἀπο-πληξία, Ion. -ιη, ἡ,
- madness, Phld. Rh. 1.145 S., Vit. p.7 J.; μάντεων Phleg. Mir. 2.
- 2 of body, apoplexy, Hp. Aph. 2.42, Aret. SD 1.7; ἀ. μέρους paralysis, Arist. Pr. 905a17: in pl., ib. 860a33, al.
1 medic. apoplejía, parálisis Hp.Flat.13, Gland.12, Aph.2.42, 3.23,
ξυνουσίη ἀποπληξίη σμικρή
• c. gen.
σώματος
γλώσσης ... ἢ βραχίονος
μέρους
• paralización
ἀποπληξία διανοίας ... κεκακῶσθαι
2 estupidez, insensatez
παύεσθαι τῆς ἀποπληξίας
τελειοτάτη
τοῦ ἐγκωμιάζειν
μάντεων
ἀποπληξία, ας (ἡ) apoplexie, Arstt. Probl. 11, 54, etc. ||
➳ Ion. -ίη, Hpc. 174b, etc.
Étym. ἀπόπληκτος.
ἀποπληξία, ἡ, Schlagfluß, Lähmung des Körpers od. einzelner Glieder, Medic.; VLL erkl. auch μανία, ἄνοια.