ἀποπλύνω
ἀποπλύνω, to wash away
- wash well, wash away, λάϊγγας . . ἀποπλύνεσκε θάλασσα Od. 6.95; τὸ περὶ τὴν γλῶτταν Pl. Ti. 65d; τὰς χεῖρας Ath. 9.409c; τινὰ βαφῆς ἀτόπου Philostr. VA 8.22.
- 2 wash away, Arist. Sens. 443b7 (Pass.).
1 lavar completamente
λάϊγγας ... θάλασσα
τὸ περὶ τὴν γλῶτταν
τὰς χεῖρας
• bañar
τὴν ἐσθῆτα τῷ αἵματι ὑμῶν
• fig., c. gen. limpiar de
βαφῆς ἀτόπου
τὴν ψυχὴν ἁμαρτημάτων
2 desleír
βρέξας εἰς τὸν κρατέρα ἀπόπλυνε
ἐν τοῖς ὑγροῖς ποιεῖ καὶ ἐν τῷ ἀέρι οἷον ἀποπλυνόμενον τὸ ξηρόν
[ἀπο- 1.]
3 sing. pa. iterative ἀποπλύνεσκε.
Of the sea, to wash away from itself, wash up: λάϊγγας Od. 6.95.
Strong 637
to wash off: v.l. for πλύνω, Lk 5:2, Rec.†
ἀπόλειξον τὸ ἓν μέρος (τοῦ νίτρου) καὶ τὸ ἕ<τερο>ν βρέξας εἰς τὸν κρατῆρα ἀπόπλυνε
lame una cara del natrón y la otra, mojándola en la cratera lávala
- to wash away, Od.