ἀποπλυτέον
ἀποπλυτέον, one must wash, cleanse
ἀπο-πλῠτέον,
- one must wash, cleanse, Gp. 16.18.2.
hay que lavar o restregar
ἀ. ἕως ἂν αἱμάξῃ
ἀποπλυτέον, vb. d’ἀποπλύνω, Geop. 16, 18, 2.
ἀποπλυτέον, one must wash, cleanse
hay que lavar o restregar
ἀ. ἕως ἂν αἱμάξῃ