ἀπόπλυνσις
ἀπόπλυνσις, cleansing
ἀπό-πλυνσις, εως, ἡ,
- cleansing, Sophon. in de An. 96.2.
dilución
ἀπόπλυνσις γὰρ ξηροῦ τροφίμου ἐν ὑγρῷ πεφθέντος τῷ θερμῷ ὁ χυμός
ἀπόπλυνσις, cleansing
dilución
ἀπόπλυνσις γὰρ ξηροῦ τροφίμου ἐν ὑγρῷ πεφθέντος τῷ θερμῷ ὁ χυμός