ἀποπλάστωρ
ἀποπλάστωρ, ορος, ὁ,
- copier, Man. 4.343.
imitador c. gen.
μακάρων
ἀποπλάστωρ, ορος (ὁ) qui modèle, qui façonne, Man. 4, 243.
Étym. ἀποπλάσσω.
ἀποπλάστωρ, ορος, ὁ, Abbildner, Maneth. 4.343.