ἀποπλέκω
ἀποπλέκω, separate
ἀποπλέκω,
- separate, Pass., συμπλέκονται τὰ πάντα καὶ -ονται Zos. Alch. p.110B.: esp. in pf. part. -πεπλεγμένος, η, ον, divorced, separated, γυνή PGen. 19.3 (ii A.D.); ἀνήρ BGU 118ii11 (ii A.D.).
1 destrenzar
(σειράν)
2 en v. med. separarse
συμπλέκοντας τὰ πάντα καὶ ἀποπλέκονται
• part. perf. pas. separado de cónyuges
ἀποπετιλεγμένης αὐτοῦ γυναικός
ἀνήρ