ἀποσοφόομαι
ἀποσοφόομαι, become wise
ἀποσοφόομαι,
- become wise, Arr. Epict. 1.18.10.
hacerse sabio
πῶς ποτ' ἀπεσοφώθης ἄφνω;
ἀποσοφόομαι, become wise
hacerse sabio
πῶς ποτ' ἀπεσοφώθης ἄφνω;