ἀποσπάδιος
ἀποσπάδιος, torn off
ἀποσπάδιος, [ᾰδ], α, ον, (ἀποσπάω)
- torn off or away from, τινός Orph. H. 18.13; τὸ ἀ. = ἀπόσπασμα, AP 6.102 (Phil.).
arrebatado, arrancado de Perséfone
παῖδα λειμῶνος ἀποσπαδίην
• subst. τὸ ἀ. fragmento, parte de un racimo
σταφυλῆς ὠμὸν ἀποσπάδιον
ἀποσπάδιος, abgerissen, Orph. H. 18 ; σταφυλῆς Philipp. 20 (VI.102).
ἀποσπάδιος
ἀποσπάω
- torn off or away, ἀποσπάδιον, ου, τό, ἀπόσπασμα, Anth.