ἀποστερίζω
ἀποστερίζω, carry off
ἀποστερ-ίζω, = sq.,
- carry off, ἀ. τὴν πλεονεξίην τοῦ σώματος Hp. Gland. 17 (s.v.l.).
echar fuera, eliminar
τὴν πλεονεξίην τοῦ ἄλλου σώματος
ἀποστερίζω, c. ἀποστερέω, Hpc. 273, 44.
ἀποστερίζω, = ἀποστερέω, abführen, Hippocr.