About Report a problem

Menu

ἀποστερίζω

ἀποστερίζω, carry off

ἀποστερ-ίζω, = sq.,
  • carry off, ἀ. τὴν πλεονεξίην τοῦ σώματος Hp. Gland. 17 (s.v.l.).

Saved

Recent