ἀποστερίσκω
ἀποστερίσκω, rob
ἀποστερ-ίσκω,
- = ἀποστερέω, S. OC 376.
privar c. ac. de pers. y gen. de cosa
Πολυνείκη θρόνων
ἀπο·στερίσκω, c. ἀποστερέω, Soph. O.C. 376.
ἀποστερίσκω, = ἀποστερέω, τινά τινος Soph. O.C. 377.
ἀποστερίσκω
ἀποστερέω
= ἀποστερέω