ἀποστημάτιον
ἀπο-στημάτιον [ᾰτ], τό, Dim. of ἀπόστημα, Gal. 17(1).326, Heliod. ap. Orib. 44.14.10.
medic. pequeño apostema
ἀποστημάτιον κατὰ τὸν τοῦ βλεφάρου ταρσόν
ἀποστημάτιον, ου (τὸ) [μᾰ] dim. d’ἀπόστημα, Orib. 10 Mai.
ἀποστημάτιον, τό, ein kleiner Abszeß, Medic.