ἀποστέγω
ἀποστέγω, to keep out
- shelter or protect, αἱ ὀφρύες ἀ., οἷον ἀπογείσωμα, τῶν ὑγρῶν Arist. PA 658b16: c. acc. only, protect, Id. Pr. 924b1; ἀ. καὶ τηρεῖ τὴν ζωήν [ὁ φλοιός] Thphr. CP 1.4.5.
- II keep out or off, τὸ ὕδωρ, Arist. Pr. 924a26, cf. Emp. 84.10, Pl. Lg. 844b; τὸ ψῦχος Arist. Pr. 939b17; τὴν ἁλμυρίδα Thphr. CP 3.6.3, al.; θερμότητα καὶ ὑγρότητα ib. 4.12.2, cf. 5.12.9, Plu. QConv. 2.665f: metaph., ὄχλον πύργος ἀποστέγει A. Th. 234 (lyr.); ἀ. πληγὰς λίθων Plb. 6.23.5.
1 proteger
τούτους (σικύους ἢ κολοκύνθας)
(ὁ φλοιός) ἀποστέγει ... τὴν ζωήν
• guardar
ἀυδρία ... ἀποστέγει νάματα
la sequedad absorbe las corrientes de agua
2 proteger de c. ac.
δυσμενέων δ' ὄχλον πύργος ἀποστέγει
τὰς τομάς
τὴν ἁλμυρίδα
θερμότητα καὶ ὑγρότητα
πληγὰς λίθων
τοὺς πολεμίους
• c. gen.
ὅπως (αἱ ὀφρύες) ἀποστέγωσιν οἷον ἀπογείσωμα τῶν ἀπὸ τῆς κεφαλῆς ὑγρῶν
para que (las cejas) protejan a modo de saledizo de los sudores que vienen de la cabezaτοῦ ψύχους
- Ito keep out water: metaph. to keep out or off, ὄχλον πύργος ἀποστέγει Aesch.
- IIto keep in water, confine it, check its outflow, Plat.