ἀποστερητρίς
ἀποστερητρίς, for cheating
ἀποστερ-ητρίς, ίδος, ἡ, fem.,
- for cheating, γνώμη Ar. Nu. 730.
fem. que priva mediante fraude
γνώμη
ἀποστερητρίς, ίδος (ἡ) spoliatrice, voleuse, Ar. Nub. 730.
ἀποστερητρίς, ίδος, ἡ, betrügerisch, γνώμη Ar. Nub. 720.