ἀποστεινόω Save LSJ DGE Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape ἀποστεινόω, poet. for ἀποστενόω. ἀποστεινόω v. ἀποστενόω. ἀπο·στεινόω-ῶ (seul. pl. q. pf. pass. 3 sg. ἀπεστείνωτο) c. ἀποστενόω, Thcr. Idyl. 22, 101. ἀποστεινόω poët. voor ἀποστενόω. ἀποστεινόω, poet. = ἀποστενόω, ὄμματα ἀπεστείνωτο Theocr. 22.101.