ἀποστολιμαῖος
ἀποστολιμαῖος, sent off, missive
ἀποστολ-ιμαῖος, α, ον,
- sent off, missive, φίλημα Ach.Tat. 2.9.
- II connected with dismissal, φράσις Eust. 790.44.
1 que se envía
φίλημα
2 de despedida
φράσις
ἀποστολιμαῖος, α, ον, qu’on envoie, A. Tat. 2, 9.
Étym. ἀπόστολος.
ἀποστολιμαῖος, abgesandt, Achill.Tat.