ἀποστομίζω
ἀποστομίζω, deprive of an edge
ἀποστομ-ίζω,
- deprive of an edge, πέλεκυς ἀπεστομισμένος Philostr. Im. 2.17.
- II = foreg. II, Hsch.
- III = φιμόω, Id.
I saber de memoria
ἀποστομίζων πᾶσαν τὴν παλαιὰν διαθήκην
II
1 embotar, reducir el filo en v. pas.
(πέλεκυν) ἀπεστομισμένον ὑπὸ τοῦ πλήττειν
2 fig. reducir al silencio
τῶν Ἑλλήνων τοὺς φιλοσόφους
τὸν διδάσκαλον περὶ τοῦ πρώτου γράμματος
ἀπεστομίσατο ... ἡμᾶς
ἀπο·στομίζω (part. pf. pass. ἀπεστομισμένος) émousser, Philstr. Im. 2, 17, 11.
Étym. ἀ. στόμα.
ἀποστομίζω, der Schneide berauben, abstumpfen, Philostr. Imagg. 2.17 πέλεκυς ἀπεστοματισμένος.