ἀποτεμαχίζω
ἀποτεμαχίζω, cut a portion off, sever
ἀποτεμᾰχίζω, (τέμαχος)
- cut a portion off, sever, Herm. in Phdr. p.92 A.:—Pass., τῆς ἀποτετεμαχισμένης ψυχῆς ib.p.166A., cf. Syrian. in Metaph. 40.35.
cortar, dividir, separar
ἀποτεμαχίζει γὰρ ἡ ὕλη καὶ ἀπομερίζει τὴν τῶν ἀύλων καὶ νοερῶν εἰδῶν ἰδιότητα
τῆς ἀποτετεμαχισμένης ψυχῆς