ἀποτελευτή
ἀποτελευτ-ή, ἡ,
- = sq., ἀ. εἴς τι ποιεῖσθαι Antyll. ap. Orib. 44.22.1.
terminación
εἰς ὀστέα
ἀποτελευτή, ῆς (ἡ) fin, Orib. 14, 17 Mai.
Étym. ἀποτελευτάω.
terminación
εἰς ὀστέα