ἀποτερματισμός
ἀποτερματισμός, limitation
ἀποτερμᾰτ-ισμός, ὁ,
- limitation, τῆς ὁράσεως Gem. 16.5 ἀποτερμᾰτ-ωσις, εως, ἡ, = foreg., EM 583.17.
límite
τῆς ὁράσεως
ἀποτερματισμός, οῦ (ὁ) [μᾰ] détermination, Procl. Sph. 27, p. 48.
ἀποτερματισμός, ὁ, Abgrenzung, Procl.