ἀπροκαλύπτως Save DGE Bailly 2024 ἀπροκαλύπτως adv. francamente, sin tapujos δηλοῦν ἀ. Chio 7.3, 13.3. ἀ·προ·καλύπτως [κᾰ] adv. à découvert, Chion. Ep. 7, 3. Étym. ἀ, πρό, καλύπτω.