ἀπροκατασκεύαστος
ἀπροκατασκεύαστος, not elaborately prepared
ἀπρο-κατασκεύαστος, ον,
- not elaborately prepared, D.H. Is. 14.
no preparado cuidadosamente
διήγησις
ἀ·προκατασκεύαστος, ος, ον, non préparé, DH. Is. 14.
Étym. ἀ, προκατασκευάζω.
ἀπροκατασκεύαστος, unvorbereitet, Dion.Hal. διηγήσεις Isae. 14.