ἀπρομήθεια
ἀπρομήθεια, want of forethought
ἀπρομήθ-εια or ἀπρομηθ-ία, ἡ,
- want of forethought, Pl. La. 197b, J. BJ 3.5.6.
falta de previsión
τὸ ἄφοβον μετὰ ἀπρομηθίας
ὡς τοῦ μὲν αὐτομάτου τοῦ καλοῦ δελεάζοντος εἰς ἀπρομήθειαν
ἀπρομήθεια, ας (ἡ) défaut de prévoyance, Plat. Lach. 197b ; Jos. B.J. 3, 5, 6.
Étym. ἀπρομηθής.
ἀπρομήθεια, ἡ, Unvorsichtigkeit, Unbesonnenheit, Plat. Lach. 197b.
ἀπρομήθεια
ἀπρομήθης
- want of forethought, Plat.