ἀπροσάρμοστος
ἀπροσάρμοστος, not befitting
ἀπροσ-άρμοστος, ον,
- not befitting, τινί Eust. 1271.58.
mal ajustado
ὅθεν ἀπροσάρμοστος ἦν αὐτῷ περὶ τὰς κλεῖδας ὁ θώραξ
ἀπροσάρμοστος, not befitting
mal ajustado
ὅθεν ἀπροσάρμοστος ἦν αὐτῷ περὶ τὰς κλεῖδας ὁ θώραξ