ἀπρονοητέω
ἀπρονοητέω, to be imprudent
ἀπρονο-ητέω,
- to be imprudent, Sch. Il. 4.2.
ser imprudente
παρὰ τὸν καιρὸν τῆς ἥβης οὐκ ἀπρονοητοῦσιν
ἀπρονοητέω, unbedachtsam handeln, Schol. Il. 4.2.
ἀπρονοητέω, to be imprudent
ser imprudente
παρὰ τὸν καιρὸν τῆς ἥβης οὐκ ἀπρονοητοῦσιν