ἀπροσάρτητος
ἀπροσάρτητος, detached
ἀπροσ-άρτητος, ον,
- detached, ζῷον ἤδη ἀ. Theol.Ar. 46.
independiente
ὡς ζῷον ἤδη ἀπροσάρτητον καὶ αὐτοτελές
ἀ·προσάρτητος, ος, ον, indépendant, Theol. 46.
Étym. ἀ, προσαρτάω.