Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀπροοράτως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀπρόϊτος
ἀπροκάλυπτος
ἀπροκαλύπτως
ἀπροκατασκεύαστος
ἀπροκοπία
ἀπρόκοπος
ἀπρόκοπτος
ἀπροκρίτως
ἀπρόληπτος
ἀπρόλογος
ἀπρομήθεια
ἀπρομήθευτος
ἀπρομηθεύτως
ἀπρομήθης
ἀπρομηθής
ἀπρομήθητος
ἀπρονοησία
ἀπρονοητέω
ἀπρονόητος
ἀπρονοήτως
ἀπρονόμευτος
ἀπρόνοος
ἀπρόξενος
ἀπροξίς
ἀπρόοδος
ἀπροοιμίαστος
ἀπροοιμιάστως
ἀπρόοπτος
ἀπροόπτως
ἀπροόρατος
ἀπροοράτως
ἀπροορίστως
ἀπροπετία
ἄπροπον
ἀπροπτωσία
ἀπρόπτωτος
ἀπροπτώτως
ἀπρόρρητος
Ἄπρος
ἀπροσαγόρευτος
ἀπροσάντητος
ἀπροσάρμοστος
ἀπροσάρτητος
ἀπροσαύδητος
ἀπρόσβατος
ἀπρόσβλεπτος
ἀπρόσβληπτος
ἀπρόσβλητον
ἀπρόσβλητος
ἀπροσδεής
ἀπροσδέητος
ἀπρόσδεικτος
ἀπρόσδεκτος
ἀπροσδιόνυσος
ἀπροσδιόριστος
ἀπροσδιορίστως
ἀπροσδόκητος
ἀπροσδοκήτως
ἀπροσδοκία
ἀπροσέγγιστος
ἀπρόσειλος
…
ἀπροοράτως
Save
Bailly 2024
ἀπροοράτως
[
ρᾱ
]
adv.
à l’improviste,
DL.
9, 62 ;
A. Tat.
2, 6
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}