ἀπροόρατος
ἀπροόρατος, unforeseen, not previously seen; not foreseeing, unwary
- 2 not previously seen, Gal. 14.279.
- II = foreg. [ἀπρόοπτος] ΙΙ, Ph. 2.268, Max.Tyr. 11.6; τοῦ μέλλοντος Ph. 2.159. Adv. -τως Onos. 22.1, D.L. 9.62, Ach.Tat. 2.6, Max.Tyr. 31.1.
I en sent. físico
1 no visto previamente
δάκνων ... ἀπροοράτους αὐτοῦ γενομένους
2 invisible
τὴν φορὰν ἀπροόρατον ἔχοντες
• c. dat.
μέρος τι τῆς ... στρατιᾶς ἀπροόρατον τοῖς πολεμίοις
una parte del ejército invisible para los enemigos
II fig.
1 de abstr. imprevisto
λέγονται ... ἀπροόρατον ἐφίστασθαι τὴν τίσιν τοῖς ἀξίοις
2 de abstr. imprevisible
τὸ μέλλον
3 gener. de pers. que no prevé, imprevisor
γενόμενος φιλήδονος ... ἔσει ... ἀ.
τοῦ μέλλοντος
• de abstr.
τοιοῦτον ἡ τύχη ... ἀπροόρατον
III adv. -ως
1 sin previsión
πράττειν
• de ahí atolondradamente
ἐοικὼς οὐ πελταστῇ μισθοφόρῳ ἀ. θέοντι
2 inesperadamente
ἔλαθον ἐπιστὰς ἀ.